Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΥΤΡΑΠΕΛΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΥΤΡΑΠΕΛΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 2 Δεκεμβρίου 2023

Στον ....παράδεισο της Σπάρτης


Ζεις στην Σπάρτη. Παρ' ότι νόμιζες ότι είναι μία ήσυχη συγκροτημένη πόλη, σιγά-σιγά διαπιστώνεις ότι είναι μία πόλη γεμάτη προβλήματα. Σκουπίδια παντού. Σκαμμένη στο κέντρο εδώ και δύο χρόνια χωρίς να διαφαίνεται πέρας των μεγαλεπίβολων έργων. Με αφόρητη ζέστη από Ιούνιο έως Σεπτέμβριο και με υπερβολική υγρασία τον χειμώνα. Εξαιρετικά θορυβώδης και με πολλά άλλα κουσούρια. Προσπαθείς να δείς κάποια θετικά, έχεις και μερικές συγγενικές υποχρεώσεις και λες ας κάνω υπομονή, είναι καλύτερη από την χαβούζα της Αθήνας.

Νοικιάζεις ένα σπίτι/διαμέρισμα σε μία 4όροφη πολυκατοικία έξω από το κέντρο της πόλης. Με ελεύθερο γκαράζ, αποθήκη, διαμπερές στον 4ο όροφο, με καλή θέρμανση και έναν ευγενέστατο σπιτονοικοκύρη. Λές οκ καλά είμαι. Εδω θα αράξω για ...γεράματα. Είσαι καλά??Εμ δεν είσαι. Γιατί?? Διαβάστε περιγραφή της χθεσινής νύχτας. Επιστρέφεις λοιπόν από έναν βραδινό περίπατο κατά τις εννιά το βράδυ. Χαλαρώνεις, μιλάς με κάνα δύο φίλους στο τηλέφωνο και ετοιμάζεσαι να δείς μία ταινιούλα πριν τον ύπνο. Βάζεις ακουστικά και αρχίζεις να βλέπεις ένα επεισόδιο απ΄την Γαλλική σειρά Liaison με τον Vincent Cassel. (Υπέροχη σειρά, να την δείτε). Κατά τις 11.30 την νύχτα αρχίζει το μωρό του ζευγαριού που μένει στο διπλανό διαμέρισμα ένα σπαραχτικό κλάμα. Διαπερνούσε και τα ακουστικά. Λες εντάξει μωρό είναι, κάποια ίωση θα έχει, θα σταματήσει να κλαίει. Και μείς παιδιά που κλαίγαν, μεγαλώσαμε. Οντως μετά από κάνα μισάωρο σταμάτησε. Κατά τις 12.30 αρχίζει ο σκύλος του διαμερίσματος του 3ου ορόφου που διαμένει μόνος του ένας νεαρός. Αυτό έχει ξαναγίνει πολλές φορές. Το ζώο όταν λείπει ο ιδιοκτήτης του  μάλλον φοβάται και γαυγίζει. Του έχουν γίνει κατ' επανάληψη συστάσεις. Αρχίζουν να σπάνε τα νεύρα σου. Κατεβαίνεις έξω από την πόρτα του διαμερίσματος. Μάλλον αντιλαμβάνεται ανθρώπινη παρουσία ο σκύλος και σταματά. Επιστρέφεις για το τέλος του επεισοδίου της σειράς. Κατά τις 1.30 λες ας πάω να κοιμηθώ, ήσυχα είναι. Πριν ακόμα σε πάρει ο ύπνος αρχίζει ο κόκορας από ένα κοτέτσι που βρίσκεται απέναντι στα πενήντα μέτρα. (Σημείωση: Ο συγκεκριμένος κόκορας είναι μία ειδική περίπτωση. Κράζει μέρα νύχτα. Είναι παράφωνος και η φωνή του είναι άκρως διαπεραστική. Εγινε παράκληση στον ιδιοκτήτη προ μηνών. Βρε καλέ μου ενοχλεί ο κόκορας, δεν μπορούμε να κοιμηθούμε. Α όχι λέει, είναι του γυιού μου, είναι ράτσας από την Πάτρα. Σε ερώτηση στην Αστυνομία  ειπώθηκε ότι δεν μετρά την διατάραξη από κοκόρους. Το υγειονομικό ύστερα από επώνυμη καταγγελία ήλθε, διαπίστωσε την παράβαση και έδωσε διορία ενός μηνός να καταργήσει το κοτέτσι ο ιδιοκτήτης του. Πέρασαν δύο μήνες, τίποτα δεν έγινε ούτε πρόκειται να γίνει). Βάζεις διπλές ωτασπίδες με κλειστές όλες τις μπαλκονόπορτες και κάποια στιγμή σε παίρνει ο ύπνος. Πόσο??? Κατά τις 5 το πρωί αρχίζει έναν ορυμαγδό γαυγίσματος ο σκύλος μίας φοιτήτριας στον β΄ όροφο. Ενας σκύλος τεράστιος, σαν μικρό μοσχάρι. Εχει εξουθενωθεί το νευρικό σου σύστημα. Σε νέα σύσταση (έχει ξαναγίνει διατάραξη και από αυτό το ζώο) απαντά ότι μάλλον κάτι άκουσε απέξω και γαύγισε, αλλά λέει το μάλωσε γι αυτό. Η ώρα έξι παρά τέταρτο, χαράματα. Ε είναι η ώρα του κόκορα. Να ξυπνήσει τους ανθρώπους, να δουλέψουν. Ετσι λέγαν οι παλαιοί στα χωριά. Φτάνει η ώρα επτά. Με τον κόκορα ανά 10 δευτερόλεπτα να κράζει ως τις οκτώ. Είπαμε είναι ράτσας. Σηκώνεσαι για ηρεμιστικό καφέ. Αυτή ήταν η χθεσινή νύχτα. Που έχει ξαναγίνει με παραλλαγές πολλές φορές. Και μιλάμε γιά χειμώνα με όλα κλειστά. Φανταστείτε  καλοκαίρι με ανοιχτές μπαλκονόπορτες που η κατάσταση είναι αφόρητη και τραγελαφική.

 Το θέμα σεβασμού των αυτονόητων δικαιωμάτων του διπλανού σου, του συγκάτοικού σου αλλά και κάθε συνανθρώπου σου είναι  θέμα πολιτισμού. Και δυστυχώς αυτός είναι δυσεύρετος την σήμερον ημέρα. Και επίσης καμία κρατική αρχή δεν σε προστατεύει για αυτά τα απλά αλλά τόσο ζωτικά για την ζωή σου θέματα.

Ενας φίλος από Μακεδονία, ήλθε προ μηνός βόλτα στης περιοχή. Επισκέφθηκε διάφορα μέρη μεταξύ άλλων και τον Μυστρά. Βλέποντας από ψηλά τον κάμπο με τον Ευρώτα και την Σπάρτη αναφώνησε "Ζείτε στον παράδεισο"..... Σε αυτόν τον "παράδεισο" και προς αποφυγή των Ζαναξ του.... παραδείσου, καθίσταται μονόδρομος το γνωστό: "Ο σώζων εαυτόν, σωθήτω"...

Τετάρτη 26 Δεκεμβρίου 2012

Μία αλοιώτικη . . . .τελετή (Μην το αγνοήσετε.Θα δακρύσετε από τα γέλια)

Μία....κηδεία αλοιώτικη από τις άλλες...[του Φ.Κρανιδιώτη]

Αυτή είναι η ιστορία μιας άλλης μάνας και του γιόκα της.Της Τζίνας και του Ζαν, εκεί στα τέλη του ’50, αρχές ‘60.

Το μέγαρο μας στον Κορυδαλλό ήταν ακόμη μια κάμαρα με τσιμεντόλιθους και κεραμίδια που μπάζανε, τουαλέτα – πλυσταριό έξω και κήπο με κληματαριά, συκιά, λεμονιές, τριανταφυλλιές, γλάστρες με βασιλικούς και δυόσμο, μια καλύβα για την κατσίκα κι ένα κοτέτσι φτιαγμένο με σανίδια και κοτετσόσυρμα.
Τα 88 στρέμματα, ακριβώς απέναντι απ’ το σπίτι, ήταν κανονικό βουνό, έτσι τα λέγαμε, «το βουνό», όπου βόσκανε πρόβατα κι οι Φυλακές Κορυδαλλού δεν είχαν χτιστεί ακόμη. Υπήρχε μόνο το πρώην «Γηροκομείο», ένα παμπάλαιο μεγάλο κτίριο, όπου ζούσανε οικογένειες προσφύγων, στοιβαγμένοι σε μικρές κάμαρες. Πάντρευε κάποιος την κόρη του, χώριζε την κάμαρα στα δύο κρεμώντας μια κουβέρτα και έδινε την μισή για προίκα στην θυγατέρα του. Χλιδή και γκλαμουριά…
Η Πλαταιών κι η Αμοργού ήταν κακοτράχαλοι χωματόδρομοι με πέτρες κι έναν κανονικότατο βράχο επί της Πλαταιών. Τα σπίτια της γειτονιάς, όλα αυθαίρετα, εσωτερικών μεταναστών από την Κρήτη, την Αστυπάλαια, την Αρκαδία, την Καβάλα, μια οικογένεια αρμένηδες, αραιά κι όλα ισόγεια.
Τα περιπολικά του 16ου της Αστυνομίας Πόλεων, κάτι θηριώδεις αμερικάνικες Πλύμουθ με μυτερά πίσω φτερά, περνούσαν σιγά – σιγά, κάνοντας σλάλομ ανάμεσα σε κοτρώνες και λακκούβες. Όλοι οι πλανόδιοι περνούσαν με κάρα και γαϊδούρια. Τον μανάβη, τον κυρ Κλεόβουλο, τον πρόλαβα κι εγώ πριν πάω σχολείο. Είχε κάρο τσίλικο κι εγώ έτρεχα για να χαζέψω τα’ άλογο του. Είχα από τότε την πετριά. Ήταν ένας ωραίος και ψηλός ψαρής. Ξυστρισμένος, καλοταϊσμένος και ρωμαλέος, σε αντίθεση με τα ταλαιπωρημένα ψωράλογα και τα κοντοστούπικα γαϊδούρια του ψαρά κι άλλων αγωνιστών της τότε ελευθέρας οικονομίας. Το αγαπούσε το αλογάκι του ο κυρ Κλεόβουλος και φαινόταν στην στολισμένη σαγή του και κυρίως στο πόσο καλοζωϊσμένο το’ χε, με χτενισμένη χαίτη και ουρά. Ο ίδιος ο αμαξηλάτης, προκατακλυσμιασίος, πρέπει να είχε προλάβει τον Δεληγιάννη πρωθυπουργό κι άφηνε παλιά καφάσια στην μάνα μου, που τα ‘καιγε για το καζάνι, όταν έβαζε μπουγάδα, με λουλάκι, στάχτη κι όλα τα σχετικά.
Πρόλαβα και τους γύφτους, καρεκλά, γανωματή και τροχιστή μαχαιριών, που κουβαλούσε τον τροχό με το τριπόδι στην πλάτη.
Την Τζίνα λοιπόν, την είχε μαζέψει και μας την έφερε αδέσποτο κουτάβι ο Φώτης, ο αδερφός του πατέρα μου. Ήταν μικροκαμωμένη, καφετιά, με μυτερά αυτάκια, λίγο σαν αλεπουδίτσα. Αυτό, που κάποιοι λένε σήμερα «ελληνικός σκύλος συντροφιάς», προσπαθώντας να αναγνωριστεί και ως φυλή αυτός, ο πανάρχαιος τύπος μικροκαμωμένου σκύλου, που υπήρχε κι υπάρχει ακόμη στα χωριά της Ελλάδας.
Η Τζίνα κάποια στιγμή υπέκυψε μετά από ολιγόλεπτες σκυλίσιες κόνξες στο φλερτ άγνωστου μαντρόσκυλου και γέννησε ένα και μοναδικό κουτάβι, τον Ζαν. Ο Ζαν πρέπει να είχε ως μακρινό ή εγγύτερο πρόγονο κάποιον ελληνικό ποιμενικό, γιατί έγινε ένας θηριώδης σκύλαρος, ίδιο χρώμα με την μάνα του αλλά τέσσερις φορές το μπόϊ της.
Παρά το μέγεθος του ήταν αμνός του θεού, ήσυχος και φιλικός με τους πάντες. Είχε μόνο μια αδυναμία, κέντρο του κόσμου του. Την μανούλα του. Δεν την αποχωριζόταν ποτέ. Μαζί τρώγανε, μαζί κοιμόντουσαν κουλουριασμένοι σε μια απάγκια γωνιά στην αυλή. Δεν την είχε αποχωριστεί ποτέ ούτε δευτερόλεπτο, απ’ όταν βύζαινε με κλειστά μάτια και «ζύμωνε» την κοιλιά της με τις πατούσες του, ως τώρα, που ήταν κοτζάμ κρεμανταλάς, με όψη χασαπόσκυλου αλλά πάντα καρδιά κουταβιού. Μαζί κάνανε και τις τσάρκες τους, αφού η αυλή μας δεν ήταν τότε περιφραγμένη. Το παράταιρο ζευγάρι ήταν, ας πούμε, της «προσκολλήσεως». Τα ταΐζαμε, φύλαγαν την ημιαγροτική – ημιαστική έπαυλη μας των είκοσι τετραγωνικών και τα πέριξ αλλά όποτε τους έκανε κέφι, φέρνανε καμιά γυροβολιά στις γειτονιές.
Στα 300 μέτρα, παίρνοντας την κατηφόρα της Αμοργού, υπάρχει σήμερα η «Πλατεία Ειρήνης και Φιλίας των Λαών», από αυτές τις επωνυμίες, που μαζί με δρόμους όπως «Λαμπράκη», «Πολυτεχνείου» κλπ, πήξανε αργότερα τον αστικό χάρτη οι αριστεροί δήμαρχοι. Οι παλιοί ακόμη την ξέρουν απλά ως πλατεία του παλιού νεκροταφείου, γιατί αυτό υπήρχε παλιά εκεί. Το πρόλαβα στα τελευταία του, αφού είχε πάψει να δέχεται «πελάτες» και θυμάμαι, στην αλάνα μπροστά στον ασβεστωμένο μαντρότοιχο, κάτι γαβριάδες, που παίζανε για πλάκα μπάλα με μια …νεκροκεφαλή, που ‘χαν βουτήξει από το αφύλακτο πια και ερειπιώδες οστεοφυλάκιο!
Τότε, όταν η Τζίνα και ο Ζαν ζούσαν την σκυλίσια ζωή τους, λειτουργούσε κανονικότατα κι εκεί κατέληγαν οι Κορυδαλλιώτες, για να παίρνουν μπόϊ τα μαύρα κυπαρίσσια του.
Είχε πεθάνει κάποιος συγγενής κάποιου γνωστού, κανείς δεν θυμάται ποιος. Τρέχα γύρευε. Η μάνα μου άφησε την ραπτομηχανή στην οποία δούλευε φασόν νύχτα με νύχτα και με την κυρά Δέσποινα, την νονά μου, που μένει ακόμη απέναντι μας, ξεκίνησαν να πάνε στην κηδεία. Η Τζίνα και ο Ζαν πήραν χαρούμενοι στο κατόπι την μάνα μου. Σταματούσε και τα ‘διωχνε για να γυρίσουν πίσω. Αυτά εκεί, κολαούζοι. Φτάσανε απέξω από το νεκροταφείο κι εκεί ξανά τα χούγιαξε, που λένε οι παλιοί, «ξου, σπίτι γρήγορα» κλπ. Κωλώσανε αμήχανα η μανούλα με το μαντρόσκυλο – σκιά της και πήγαν προς τα πίσω την ανηφοριά. Η μάνα μου θεωρώντας πως απαλλάχτηκε από την απρεπή για κηδεία σκυλίσια συνοδεία, μπήκαν με τη νονά μου στο νεκροταφείο και πήγαν στο παρεκλήσσι όπου ετελούντο αι εξόδιαι ακολουθίαι.
Η κάσα του μακαρίτη στη μέση. Γύρω η χήρα, οι τεθλιμμένοι συγγενείς που μοιρολογούσανε, ο παπάς κι οι ψαλτάδες ψέλνανε τα δέοντα και διάφοροι φίλοι, που ‘χανε πάει να πουν στον τελευτήσαντα το «αντίο Γλαρέντζα», τηρούσαν την σιωπή του πένθους με σταυρωμένα χέρια. Πιάσανε μια γωνιά κι η μάνα μου με την κυρά Δέσποινα για να αποδώσουν τας νενομισμένας τιμάς.
Τα πράγματα έβαιναν καλώς, όσο μπορούν σε μια κηδεία. Εκεί όμως που το δάκρυ πήγαινε κορόμηλο μέσα από τις ψαλμωδίες, έγινε ένα περίεργο σούσουρο. Με φρίκη η μάνα μου βλέπει την Τζίνα και τον μαντρόσκυλο γιόκα της που μπούκαραν μέσα στην μικρή εκκλησία, για να της κάνουν «τζα»! Χαρούμενοι κι οι δυο, κουνώντας τις ουρές τους πήγαν προς το μέρος της, ενώ το μικρό μαυροφορεμένο πλήθος αναστατώθηκε και κάτι θείτσες και πιτσιρίκια φοβήθηκαν βλέποντας ειδικά τον θηριώδη Ζαν να πλησιάζει χοροπηδηχτά! Η μάνα μου στα όρια της αποπληξίας από την ντροπή κι η νονά μου, τι να κάνουν, κάνανε κι αυτές ότι φοβόντουσαν, πως δεν ξέρανε τους δυο τετράποδους κι απρόσκλητους μουστερήδες. Ο παπάς είχε μείνει κάγκελο κι ο καντηλανάφτης μ’ έναν ψάλτη σπεύσανε να διώξουν τους ανεπιθύμητους. Η Τζίνα κι ο Ζαν αμήχανα πια κοίταζαν με απορία την μάνα μου κουνώντας πιο αργά την ουρά τους. Δεν καταλάβαιναν γιατί αυτή που τα τάιζε και τα χάιδευε δεν ανταποκρινόταν σε όλες τις γαλιφιές τους και στην ωραία έκπληξη που της έκαναν. «Κοίτα αφεντικό, δεν σε εγκαταλείψαμε! Ακολουθήσαμε την μυρωδιά και σε βρήκαμε»! Χαρά η μάνα μου…
Ο καντηλανάφτης κι ο ψάλτης αρχίσανε να κυνηγούν τα σκυλιά γύρω από την κάσα φωνάζοντας ξουτ, έξω, ενώ οι τεθλιμμένοι συγγενείς οπισθοχωρούσαν, πέσανε και κάτι καρέκλες, χαμός. Εκεί τότε έγινε το μοιραίο. Έγινε το μέγα σφάλμα, το βαρύ. Ο καντηλανάφτης κλώτσησε τσαντισμένος την Τζίνα. Την κλώτσησε γερά κι άνοιξαν οι πυρωμένες πύλες της κόλασης. Κλώτσησε την μανούλα του Ζαν, την λατρεία του, την κορώνα της σκυλίσιας ζωής του, την πηγή και τον κύριο λόγο της ύπαρξης του, την επί γης Θεά του. Τόλμησε να χτυπήσει την μανούλα του και μάνα είναι μόνο μία!
Η πονεμένη κραυγή της ακούστηκε πάνω από τις φωνές των συγγενών και των φίλων του νεκρού. Τότε αναδύθηκε από τον Άδη ο βρυχηθμός του κέρβερου, το μουγκρητό του εκδικητή γιου! Ο αμνός του θεού έγινε θηρίο ανήμερο και μ’ ένα σάλτο βούτηξε από το πόδι τον καντηλανάφτη και τον έριξε κάτω. Ο ψάλτης τα ‘κανε πάνω του, πήγε ο έρμος παπάς να σώσει τον έντρομο καντηλανάφτη και ο Ζαν τον μούνταρε κι αυτόν. Ευτυχώς οι δαγκωματιές πιάσανε μόνο ράσα, μπουρδουκλώθηκε κι ο παπάς, πάρτον κάτω. Μπαίνει κι η Τζίνα αναθαρρημένη στον καυγά, κυνηγητό γύρω από την κάσα, ένα κουβάρι σκυλιά κι άνθρωποι, μόνο που τώρα οι σκύλοι κυνηγούσαν τους ανθρώπους. Άλλοι κλαίγανε, άλλοι φωνάζανε και στριμωχνόντουσαν να βγουν έξω, πέσανε και κανά δυο λιπόθυμες, το φέρετρο κλονίστηκε από το σπρωξίδι και παρά λίγο να έρθει τούμπα! Η μάνα μου κι η νονά μου την κοπανήσανε αλά γαλλικά, χωρίς να κοιτάξουν πίσω. Λούης. Ντροπή! Γάμησε τα κι άφησε τα. Μην σου λάχει! Κι ύστερα από λίγη ώρα οι δυο αθεόφοβοι κι ιερόσυλοι ταραξίες σκάσανε μύτη στην αυλή, σαν να μην έτρεξε τίποτα.
Ευτυχώς ο αποβιώσας ήταν μακρινός κάτι, κάποιου. Κανείς δεν πήρε χαμπάρι πως οι ιερόσυλοι σκύλοι ήταν δικοί μας.
Πενήντα χρόνια μετά, όταν όπως κάθε πρωί έρχεται η νονά μου και πίνουν τον καφέ τους και το θυμούνται, η μάνα μου, που πάντα δείχνει σεβασμό σε αυτά που πρέπει, λέει «πω πω τι ρεζιλίκι, ντροπή, ντροπή! Οι άνθρωποι είχαν τον πόνο τους και τα παλιόσκυλα τι έκαναν, ήθελα ν’ ανοίξει η γη να με καταπιεί» κι η νονά μου την κοιτάει, πέφτει λίγη σιωπή και ύστερα τους έρχονται δάκρυα από τα γέλια, προσπαθούν να συγκρατηθούν και λένε κι οι δυο ένοχα, «ντροπή, ντροπή»…
Υπάρχει μια πολυκαιρισμένη φωτογραφία της αυλής. Κάπου στην άκρη φαίνονται τα πίσω πόδια κι η γυριστή ουρά της πέτρας του σκανδάλου. Δίπλα, εκτός κάδρου σίγουρα είναι κι ο γιόκας της, κοιτώντας με αφοσίωση την μανούλα του…

Αναγνώστες